εμπρέπω

εμπρέπω
ἐμπρέπω (Α)
διακρίνομαι σε κάτι, διαπρέπω, ξεχωρίζω («ἀρεταῑς τε ποικίλαις ἐμπρέποντας», Μην. Ωδ.)
αρχ.
1. είμαι καταφανής, φανερός («λίπος ἐπ' ὀμμάτων αἵματος ἐμπρέπειν», Αισχ.)
2. είμαι ένδοξος, περιφανής, διακρίνομαι
3. αρμόζω, είμαι κατάλληλος
4. απρόσ. ἐμπρέπει
αρμόζει, είναι πρέπον, ταιριάζει («τραπέζῃ τῇ βασιλέως διακονεῑν ἐμπρέπει», Ηλιόδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἐμπρέπω — to be conspicuous in pres subj act 1st sg ἐμπρέπω to be conspicuous in pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέπῃ — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres subj mp 2nd sg ἐμπρέπω to be conspicuous in pres ind mp 2nd sg ἐμπρέπω to be conspicuous in pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέψει — ἐμπρέπω to be conspicuous in aor subj act 3rd sg (epic) ἐμπρέπω to be conspicuous in fut ind mid 2nd sg ἐμπρέπω to be conspicuous in fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρεπόντων — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act masc/neut gen pl ἐμπρέπω to be conspicuous in pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρεψάντων — ἐμπρέπω to be conspicuous in aor part act masc/neut gen pl ἐμπρέπω to be conspicuous in aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέπει — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres ind mp 2nd sg ἐμπρέπω to be conspicuous in pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέπον — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act masc voc sg ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέποντα — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act neut nom/voc/acc pl ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέποντι — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act masc/neut dat sg ἐμπρέπω to be conspicuous in pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρέπουσιν — ἐμπρέπω to be conspicuous in pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐμπρέπω to be conspicuous in pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”